Οξύς βήχα, κοινό κρυολόγημα και άχρηστα φάρμακα

Ο οξύς βήχας είναι ίσως ο πιο συχνός λόγος για τον οποίο οι γονείς συμβουλεύονται τον παιδίατρο είτε από το τηλέφωνο, είτε με μια επίσκεψη στο ιατρείο. Συνήθως οφείλεται σε μία ίωση του ανώτερου αναπνευστικού και μερικές φορές σε πιο σοβαρές παθήσεις όπως το άσθμα ή η εισρόφηση ένος ξένου σώματος. Μπορεί να είναι παραγωγικός ή ξηρός ή ακόμα και υλακώδης (σα γάβγισμα σκύλου μέσα στην άγρια νύχτα του χειμώνα), μπορεί να διαρκεί μόνο τη μέρα ή μέρα-νύχτα κάνοντας όλη την οικογένεια να ξαγρυπνά, ή άλλες φορές μόνο το πρωί όταν το παιδί ξυπνά από τον ύπνο. Σε κάθε όμως περίπτωση, ο βήχας είναι είναι ένας ισχυρός παράγοντας άμυνας του οργανισμού. Σχεδόν όλος ο αναπνευστικός βλεννογόνος έχει στη επιφάνεια του υποδοχείς που διεγείρονται από διάφορους «εισβολείς» (μικρόβια, καπνός, σκόνη στην ατμόσφαιρα). Αυτή η διέγερση οδηγεί στο αντανακλαστικό του βήχα, ο οποίος προστατεύει το αναπνευστικό διώχνοντας με βία τον «εισβολέα». Μάλιστα, άτομα που δεν έχουν αυτό το αντανακλαστικό (πχ ασθενείς στην εντατική, σε καταστολή λόγω υποστήριξης της αναπνοής με αναπνευστήρα) έχουν ιδιαίτερα μεγάλο κίνδυνο να παρουσιάσουν πνευμονίες. Γι’αυτό το λόγο ο βήχας θα πρέπει να θεωρείται σύμμαχος και όχι εχθρός μας που πρέπει οπωσδήποτε να ξεφορτωθούμε.

Το πρώτο πράγμα επομένως είναι να σιγουρευτούμε οτι η αιτία του βήχα είναι κάτι απλό, δηλαδή μια ίωση του αναπνευστικού. Αν δε συνοδεύεται από δύσπνοια (δηλαδή δυσκολία στην αναπνοή), ταχύπνοια (γρήγορες ανάσες), ή ψηλό πυρετό και παράλληλα το παιδί είναι ευδιάθετο, παίζει και τρώει, τότε είναι μικρή η πιθανότητα να πρόκειται για κάτι σοβαρό. Μερικές φορές μπορεί να χρειαστεί να εξετάσει το παιδί ο παιδίατρος.

Τι μπορούμε να κάνουμε στην περίπτωση του βήχα που συνδέεται με το κοινό κρυολόγημα (δηλαδή την ίωση του αναπνευστικού); Η απάντηση είναι υπομονή (και λίγο μέλι υπο την προυπόθεση οτι το παιδί είναι πάνω από ενός έτους).

Γιατί δεν δίνουμε αντιβηχικά; Για δύο βασικούς λόγους: πρώτον γιατί δεν κάνουν σχεδόν τίποτα και δεύτερον γιατί μπορεί να έχουν παρενέργειες (σπάνια, μπορεί και εξαιρετικά σοβαρές). Οι περισσότεροι γονείς δε γνωρίζουν οτι δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν τη χρησιμότητα των αντιβηχικών. Η αλήθεια είναι οτι ούτε για τις δόσεις των φαρμάκων αυτών στα παιδιά δε γνωρίζουμε καλά-καλά ποιές είναι οι σωστές. Οι δόσεις που προτείνουμε στα παιδιά έχουν προέλθει από αναγωγή των δόσεων στους ενήλικες, παραβλέποντας το ότι τα παιδιά είναι κάθε άλλο παρά ενήλικες σε μικρογραφία από πλευράς φυσιολογίας και φαρμακοκινητικής. Στις ΗΠΑ, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής έχει ζητήσει από το FDA (τον αντίστοιχο ΕΟΦ) να ανακοινώσει ως αντένδειξη τη χρήση αντιβηχικών σε παιδιά κάτω των 6 ετών.

Τι θα λέγατε όμως για τα βλεννολυτικά; και εδώ μάλλον επίσης θα σας απογοητεύσω. Και πάλι δεν υπαρχουν επιστημονικά δεδομένα που να υποστηρίζουν τη χρήση τους. Και μια προσωπική παρατήρηση: όταν οι γονείς τα χρησιμοποιούν από μόνοι τους ή από παρέμβαση της γιαγιάς, της γειτόνισας ή του φαρμακοποιού κάτω από το σπίτι, τις περισσότερες φορές το μετανιώνουν. Τα βλεννολυτικά είναι τόσο αποτελεσματικά στο να «σπάνε» τις εκκρίσεις και να τις κάνουν πιο ρευστές, που τα παιδιά «πνίγονται» (από αυτές τις πιο αραιές εκκρίσεις) και ο βήχας γίνεται χειρότερος.

Πολλοί γονείς υποστηρίζουν οτι τα αντιισταμινικά τους βοηθούν όταν οι ίδιοι έχουν μία ίωση. Τα αντιισταμινικά είναι φάρμακα που χρησιμοποιούμε για τις αλλεργίες. Το κοινό κρυολόγημα δεν είναι αλλεργία. Είναι ίωση. Τα φάρμακα λοιπόν αυτά δεν έχουν καμμία ένδειξη στην περίπτωσή μας.

Και τελειώνω με τα αντιβιοτικά. Τα ανιβιοτικά «σκοτώνουν» τα βακτήρια. Όχι τους ιούς. Το κοινό κρυολόγημα προκαλείται από ιούς. Τα αντιβιοτικά δεν έχουν καμμία δράση επάνω τους. Ευτυχώς όμως το ανοσοποιητικό μας σύστημα μπορεί και αντιστέκεται αποτελεσματικά και χωρίς εξωτερική βοήθεια στους ιούς, γι’αυτό και η ίωση του αναπνευστικού υποχωρεί αυτόματα μετά από περίπου 7 ημέρες. Αν ο παιδίατρός συνταγογραφήσει αντιβιοτικό και το παιδί μετά απο μερικές μέρες είναι καλύτερα, τότε αυτό δεν θα οφείλεται στο αντιβιοτικό αλλά απλά στο ότι έτσι κι αλλιώς θα είχε συμβεί κάτι τέτοιο, μιας και οι ιώσεις υποχωρούν από μόνες τους χωρίς καμμία ιατρική  παρέμβαση. Όπως αναφέρει ο παιδίατρος Peter Palmieri  στο εξαιρετικό βιβλίο του Suffer The Children (σε δική μου ελεύθερη μετάφραση «Κάνοντας τα παιδιά να υποφέρουν») το να δίνεις αντιβιοτικό σε ένα παιδί με ίωση είναι σα να βάζεις ποντικοπαγίδες σε κάθε γωνιά του σπιτιού σου όταν στην πραγματικότητα αυτό είναι γεμάτο μερμήγκια. Το πρόβλημα όμως με τα αντιβιοτικά δεν είναι μόνο οτι δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα, αλλά και οτι μπορεί όπως και κάθε φάρμακο να έχουν παρενέργειες. Συνήθως είναι ασήμαντες όπως για πχ διάρροια. Σπάνια όμως μπορεί να οδηγήσουν και σε σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις. Και χωρίς να θέλω να ξεφύγω πολύ από το θέμα μας που είναι ο βήχας ως αποτέλεσμα του κοινού κρυολογήματος, οι περισσότεροι γνωρίζουμε οτι η αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών οδηγεί στη δημιουργία ανθεκτικών στελεχών, δηλαδή μικροβίων που με τον καιρό έχουν μάθει να αντέχουν στα φάρμακα και να γίνονται πιο επικίνδυνα. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες περιπτώσεις που ο παιδίατρος θα χρειαστεί να δώσει αντιβιοτικό. Η πιο πιθανή είναι η  οξεία μέση ωτίτιδα που είναι η πιο συχνή επιπλοκή της ίωσης του ανώτερου αναπνευτικού. Η «πράσινη μύξα» από την άλλη, δεν είναι αιτία για να πάρει το παιδί αντιβίωση. Το κοινό κρυολόγημα ξεκινά με «καθαρή μύξα» η οποία μετά απο μερικές μέρες γίνεται «πράσινη». Αυτό οφείλεται στο οτι τα λευκά αιμοσφαίρια έρχονται προοδευτικά στο βλεννογονό του αναπνευστικού και μέσω του ένζύμου μυελοπεροξειδάση αλλάζουν το χρώμα και τη χροιά των εκκρίσεων. Δεν πρέπει γι’αυτό το λόγο να βγάλουμε το λανθασμένο συμπέρασμα οτι υπάρχει κάποια επιμόλυνση δίνοντας λανθασμένα αντιβίωση στο παιδί.

Κλείνω με μια φράση του μεγαλύτερου ίσως γιατρού του περασμένου αιώνα, sir William Osler,

Μια από τις βασικές προτεραιότητες του κάθε γιατρού θα πρέπει να είναι πως να εκπαιδεύσει τους ανθρώπους να ΜΗΝ παίρνουν φάρμακα.